Ταϊλανδέζικα | Χρήσιμες εκφράσεις - Ταξίδι | Υγεία

Υγεία - Έκτακτο περιστατικό

Πρέπει να πάω στο νοσοκομείο. (Prépi na páo sto nosokomío.)
ฉันต้องไปที่โรงพยาบาล (Chan tong pai rong payaban.)
Παράκληση για μεταφορά στο νοσοκομείο
Δεν νοιώθω καλά. (Den niótho kalá.)
ฉันรู้สึกไม่สบาย (Chan roo suek mai sa buy.)
Πρέπει να δω ένα γιατρό αμέσως! (Prépi na do éna yatró amésos!)
ฉันต้องไปหาหมอโดยทันที (Chan tong pai ha mor tun tee!)
Παράκληση για άμεση γιατρική φροντίδα
Βοήθεια! (Voíthia!)
ช่วยด้วย! (Chuay duay!)
Έκκληση για άμεση γιατρική φροντίδα
Καλέστε ασθενοφόρο! (Kaléste asthenofóro!)
เรียกรถพยาบาลเร็ว! (Reak rod pa ya ban rew!)
Έκκληση για ασθενοφόρο

Υγεία - Στο γιατρό

πονάει εδώ. (Ponái edó.)
ฉันเจ็บตรงนี้ (Chan jeb trong nee.)
Ένδειξη πόνου
Έχω ένα εξάνθημα εδώ. (Ého éna exánthima edó.)
ฉันมีผื่นคันตรงนี้ (Chan mee puen kun trong nee.)
Ένδειξη εξανθήματος
Έχω πυρετό. (Ého piretó.)
ฉันมีไข้ (Chan mee kai.)
Ένδειξη πυρετού
Είμαι κρυολογημένος. (Íme kriologiménos.)
ฉันเป็นหวัด (Chan pen whad.)
Ένδειξη κρυολογήματος
Έχω βήχα. (Ého víha.)
ฉันไอ (Chan I.)
Ένδειξη βήχα
Είμαι κουρασμένος όλη την ώρα. (Íme kurasménos óli tin óra.)
ฉันมีรู้สึกเหนื่อยตลอดเวลา (Chan mee ar-garn neuy talord wela.)
Ένδειξη κούρασης
Έχω ζαλάδα. (Ého zaláda.)
ฉันรู้สึกมึนหัว (Chan roo suek muen hua.)
Ένδειξη ζαλάδας
Δεν έχω όρεξη. (Den ého órexi.)
ฉันรู้สึกเบื่ออาหาร (Chan roo-suek buer arhan.)
Ένδειξη έλλειψης όρεξης για φαγητό
Δεν μπορώ να κοιμηθώ το βράδυ. (Den mporó na kimithó to vrádi.)
ฉันนอนไม่หลับทั้งคืน (Chan norn mai lhub tung keun.)
Ένδειξη έλλειψης ύπνου
Με δάγκωσε ένα έντομο. (Me dágkose éna éntomo.)
แมลงกัดฉัน (Ma-lang gud chan.)
Υπόθεση ότι η κατάσταση σας οφείλεται στο τσίμπημα κάποιου εντόμου
Νομίζω ότι είναι η ζέστη. (Nomízo óti íne i zésti.)
ฉันคิดว่ามันเป็นเพราะความร้อน (Chan kid wa mun pen prau kwam ron.)
Υπόθεση ότι η κατάσταση σας οφείλεται στη ζέστη
Νομίζω ότι έχω φάει κάτι χαλασμένο. (Nomízo óti ého fái káti halasméno.)
ฉันคิดว่าฉันกินอะไรไม่ค่อยดีลงไป (Chan kid wa chan gin arai mai koi dee long pai.)
Υπόθεση ότι η κατάσταση σας οφείλεται σε κάτι που έχετε φάει
Με πονάει _[μέρος σώματος]_ μου. (Me ponái _[méros sómatos]_ mu.)
ส่วน_[อวัยวะ]_ของฉันเจ็บ (Suan_[body part]_kong chan jeb.)
Ένδειξη μέρος σώματος που πονάει
Δεν μπορώ να κινήσω _[μέρος σώματος]_ μου. (Den boró na kiníso _[méros sómatos]_ mu.)
_[อวัยวะ]_ของฉันไม่สามารถเคลื่อนไหวได้ ( ___kong chan mai sa mart kleun wai dai.)
Ένδειξη μέρος σώματος που δεν μπορεί να κινηθεί
... το κεφάλι ... (... to kefáli ...)
...หัว...(hua)
μέρος σώματος
... το στομάχι ... (... to stomáhi ...)
...ส่วนท้อง...(suan tong)
μέρος σώματος
... το μπράτσο (... to brátso ...)
...แขน... (kan)
μέρος σώματος
... το πόδι ... (... to pódi ...)
...ขา... (kha)
μέρος σώματος
... το στήθος ... (... to stíthos ...)
...หน้าอก... (na-aok)
μέρος σώματος
... η καρδιά ... (... i kardyá ...)
...หัวใจ... (hua-jai)
μέρος σώματος
... ο λαιμός ... (... o lemós ...)
...คอ... (kor)
μέρος σώματος
... το μάτι ... (... to máti ...)
...ตา... (ta)
μέρος σώματος
... η πλάτη ... (... i pláti ...)
...หลัง...(lung)
μέρος σώματος
... το πόδι ... (... to pódi ...)
...เท้า... (tao)
μέρος σώματος
... το χέρι ... (... to héri ...)
...แขน...(kan)
μέρος σώματος
... το αυτί ... (... to aftí ...)
...หู...(hoo)
μέρος σώματος
... τα σπλάχνα ... (... ta spláhna ...)
...ลำไส้... (lum sai)
μέρος σώματος
... το δόντι ... (... to dónti ...)
...ฟัน... (fun)
μέρος σώματος
Έχω διαβήτη. (Ého diabíti.)
ฉันเป็นเบาหวาน (Chan pen bao whan)
Ενημέρωση σχετικά με το διαβήτη σας
Έχω άσθμα. (Ého ásthma.)
ฉันเป็นโรคหอบหืด (Chan pen roke hob hued.)
Ενημέρωση σχετικά με το άσθμα σας
Έχω καρδιακή πάθηση. (Ého kardyakí páthisi.)
ฉันเป็นโรคหัวใจ (Chan pen roke hua jai.)
Ενημέρωση σχετικά με την καρδιακή πάθηση σας
Είμαι έγκυος. (Íme égkios.)
ฉันท้อง (Chan tong.)
Ενημέρωση σχετικά με την εγκυμοσύνη σας
Πόσες φορές την ημέρα πρέπει να το πάρω αυτό; (Póses forés tin evdomáda prépi na to páro aftó?)
ฉันต้องกินยานี้วันละกี่ครั้งต่อวัน? (Chan tong kin ya nee wun la kee krung tor wun?)
Ερώτηση σχετικά με τη δοσολογία ενός φαρμάκου
Είναι μεταδοτικό; (Íne metadotikó?)
มันสามารถติดผู้อื่นได้หรือเปล่า? (Mun samard tid poo auen dai rue plao?)
Ερώτηση σχετικά με το αν η ασθένεια μπορεί να μεταδοθεί σε άλλους ανθρώπους
Μπορώ να μείνω στον ήλιο / πάω για κολύμπι / κάνω αθλητισμό / πιω αλκοόλ; (Boró na míno ston ílyo / páo ya kolímpi / pyo alkoól?)
ฉันสามารถโดดแดด/ว่ายน้ำ/เล่นกีฬา/ดื่มแอลกอฮอล์ได้หรือเปล่า? (Chan samard don-dad/wai-nam/len-kee-la/duem alcohol dai rue plao?)
Ερώτηση σχετικά με τη συνέχεια ορισμένων δραστηριοτήτων, παρά την ασθένειά σας
Εδώ είναι τα έγγραφα ασφάλισης μου. (Edó íne ta égrafa asfálisis mu.)
นี่เป็นเอกสารประกันภัยของฉัน (Nee pen ake-ka-sarn prakan-pai kong chan.)
Επίδειξη εγγράφων ασφαλείας
Δεν έχω ασφάλιση υγείας. (Den ého asfálisi igías.)
ฉันไม่มีการประกันสุขภาพ (Chan mai mee karn pra-kan sook-ka-parb.)
Εξήγηση ότι δεν έχετε ασφάλεια υγείας
Χρειάζομαι σημείωμα γιατρού. (Hriázome simíoma yatrú.)
ฉันต้องการจดหมายแพทย์ (Chan tong karn jod-mai pad.)
Αίτηση για χαρτί από γιατρό που επικυρώνει την κατάσταση υγείας σας.
Νιώθω λίγο καλύτερα. (Nyótho lígo kalítera.)
ฉันรู้สึกดีขึ้นเล็กน้อย (Chan roo-suek dee kuen lek-noi.)
Ενημέρωση ότι η κατάσταση σας έχει βελτιωθεί
Έχει χειροτερέψει. (Éhi hiroterépsi.)
อาการฉันแย่ลง (Ar-kan chan yae long.)
Ενημέρωση ότι η κατάσταση σας έχει χειροτερέψει
Είναι το ίδιο όπως και πριν. (Íne to ídio ópos ke prin.)
อาการของฉันเหมือนเดิม (Ar-kan kong chan mhern derm.)
Ενημέρωση ότι η κατάστασή σας δεν έχει αλλάξει

Υγεία - Φαρμακείο

Θα ήθελα να αγοράσω ___. (Tha íthela na agoráso ___.)
ฉันต้องการซื้อ___. (Chan tong karn sue____.)
Αγορά συγκεκριμένου προϊόντος
παυσίπονα (pafsípona)
ยาแก้ปวด (ya-kae-puad)
Φάρμακο
πενικιλίνη (penikilíni)
เพนิซิลิน (penicilin)
Φάρμακο
ασπιρίνη (aspiríni)
แอสไพริน (aspirin)
Φάρμακο
ινσουλίνη (insulíni)
อินซูลิน (insulin)
Φάρμακο
αλοιφή (alifí)
ขี้ผึ้ง (kee-pueng)
Φάρμακο
υπνωτικά χάπια (ipnotiká hápya)
ยานอนหลับ (ya-norn-lhub)
Φάρμακο
σερβιέτες υγιεινής (serviétes igiinís)
ผ้าอนามัย (pa a-na-mai)
Ιατρικό προϊόν
απολυμαντικό (apolimantikó)
สารที่ใช้ฆ่าเชื้อโรค (sarn tee chai ka chue rok)
Ιατρικό προϊόν
τσιρότα (tsiróta)
ผ้าพันแผล (pa pun plae)
Ιατρικό προϊόν
επίδεσμοι (epídesmi)
ผ้าพันแผล (pa pan plae)
Ιατρικό προϊόν
χάπια αντισύλληψης (hápya antisíllipsis)
ยาคุมกำเนิด (ya koom gub-nerd)
Ιατρικό προϊόν
προφυλακτικά (profilaktiká)
ถุงยางอนามัย (toong yang a-na mai)
Άλλα προϊόντα
αντηλιακή προστασία (antilyakí prostasía)
ครีมกันแดด (cream gun dad)
Άλλα προϊόντα

Υγεία - αλλεργίες

Είμαι αλλεργικός σε ___. (Íme alergikós se ___.)
ฉันแพ้___ (Chan pae__.)
Ενημέρωση σχετικά με αλλεργίες
γύρη (gíri)
ละอองเกสรดอกไม้ (la oong kae-sorn dork mai.)
αλλεργία
τρίχες ζώων (tríhes zóon)
ขนสัตว์ (kon sud)
Aλλεργία στα ζώα
τσιμπήματα μέλισσας / σφήκας (tsibímata mélissas / sfíkas )
ผึ้งหรือตัวต่อย (pueng/tua toi)
αλλεργία στα τσιμπήματα εντόμων
ακάρεα σκόνης (akárea skónis)
ตัวเห็บ (tua heb)
Αλλεργία
μούχλα (múhla)
รา (ra)
Αλλεργία
λάτεξ (látex)
ยางดิบ (yang dib)
Αλλεργία
πενικιλίνη (penikilíni)
เพนิซิลิน (penicilin)
Αλλεργία σε φάρμακα
ξηροί καρποί (xirí karpí)
ถั่ว (tua)
Τροφική αλλεργία
σουσάμι / ηλιόσποροι (susámi / ilióspori)
เมล็ดงา/เมล็ดดอกทานตะวัน (ma led)
Τροφική αλλεργία
αυγό (afgó)
ไข่ (kai)
Τροφική αλλεργία
θαλασσινά/ψάρια/οστρακοειδή/γαρίδες (thalassiná/psárya/ostrakoidí/garídes)
อาหารทะเล/ปลา/หอย/กุ้ง (ar-han ta lae/pla/hoi/koong)
Τροφική αλλεργία
αλεύρι/σιτάρι (alébri/sitári)
แป้ง (pang)
Τροφική αλλεργία
γάλα/λακτόζη/γαλακτοκομικά (gála/laktózi/galaktokomiká)
นม/แลคโตส/ผลิตภัณฑ์ที่ทำมาจากนม (nom/lactose/nom)
Τροφική αλλεργία
γλουτένη (gluténi)
โปรตีนจากข้าว (protein kao)
Τροφική αλλεργία
σόγια (sóya)
ถั่วเหลือง (tua leung)
Τροφική αλλεργία
οσπριοειδή φυτά/φασόλια/αρακάς/καλαμπόκι (osprioidí fitá/fasólya/arakás/kalabóki)
พืช/ถั่ว/ข้าวโพด (pued/tua/kao-pode)
Τροφική αλλεργία
μανιτάρια (manitárya)
เห็ด (hed)
Τροφική αλλεργία
φρούτο/ακτινίδιο/καρύδα (frúto/aktinídio/karída)
ผลไม้/กีวี่/มะพร้าว (pollamai/kiwi/ma-prao)
Τροφική αλλεργία
πιπερόριζα/κανέλα/κόλιανδρος (piperóriza/kanéla/kólyandros)
ขิง/ซินนามอน/ผักชี (king/cinnamon/puk shee)
Τροφική αλλεργία
σχοινόπρασο/κρεμμύδια/σκόρδα (schinópraso/kremídya/skórda)
กุ้ยช่าย/หัวหอม/กระเทียม (kui-chai/hua-horm/kra-tiam)
Τροφική αλλεργία
αλκοόλ (alkoól)
แอลกอฮอล์ (alcohol)
Τροφική αλλεργία