Δανέζικα | Χρήσιμες εκφράσεις - Εμπορική αλληλογραφία | Τίτλοι Εργασίας

Τίτλοι Εργασίας - Τίτλοι Εργασίας

Фин. дир. (финансовый директор)
Formand og Administrerende Direktør
Μεγάλη Βρετανία, διευθυντής μιας εταιρείας
Ген. дир. (генеральный директор)
Administrerende Direktør
ΗΠΑ, ο οικονομικός επικεφαλής μιας επιχείρησης
Главный маркетолог
Marketingdirektør
Υπάλληλος υπεύθυνος για το τμήμα μάρκετινγκ
Главный менеджер по продажам
Salgschef
Υπάλληλος υπεύθυνος για το τμήμα πωλήσεων
Менеджер по работе с клиентами
Kundeservice Direktør
Υπάλληλος υπεύθυνος για το τμήμα εξυπηρέτησης πελατών
Директор по персоналу
Personaledirektør
ΗΠΑ, υπάλληλος υπεύθυνος για ερωτήματα άλλων εργαζομένων
Менеджер по персоналу
Personaleafdelingsleder
Ηνωμένο Βασίλειο, αρμόδιος για το ανθρώπινο δυναμικό
Офис менеджер
Kontorleder
Υπάλληλος υπεύθυνος για ένα συγκεκριμένο γραφείο
Секретарь
Virksomheds Sekretær
Υπάλληλος υπεύθυνος για την εμπορική αλληλογραφία
Бухгалтер
Regnskabschef
Υπάλληλος υπεύθυνος για τα οικονομικά μιας επιχείρησης
Технический директор
Teknisk Direktør
Υπάλληλος υπεύθυνος για υπηρεσίες πληροφορικής και επικοινωνιών
Ресерч-менеджер
Forskning og Udviklings Direktør
Υπάλληλος υπεύθυνος για την ανάπτυξη νέων προϊόντων
Производственный директор
Produktionsleder
Υπάλληλος υπεύθυνος για την παραγωγή των προϊόντων
Директов завода
Fabriksdirektør
Υπάλληλος υπεύθυνος για τη λειτουργία του εργοστασίου, όπου ένα προϊόν κατασκευάζεται