Πορτογαλικά | Χρήσιμες εκφράσεις - Εμπορική αλληλογραφία | Τίτλοι Εργασίας

Τίτλοι Εργασίας - Τίτλοι Εργασίας

Director general.
Presidente
Diretor(a) Executivo(a)
Diretor(a) Geral
Μεγάλη Βρετανία, διευθυντής μιας εταιρείας
Director general executiv.
Presidente
Diretor(a) Executivo(a)
Diretor(a) Geral
ΗΠΑ, ο οικονομικός επικεφαλής μιας επιχείρησης
Director de marketing
Diretor(a) de Marketing
Gerente de Marketing
Υπάλληλος υπεύθυνος για το τμήμα μάρκετινγκ
Director de vânzări
Diretor(a) de Vendas
Gerente de Vendas
Υπάλληλος υπεύθυνος για το τμήμα πωλήσεων
Directorul serviciului de relaţii cu clienţii
Diretor(a) de Relacionamento
Gerente de Relacionamento
Υπάλληλος υπεύθυνος για το τμήμα εξυπηρέτησης πελατών
Director de personal
Diretor(a) de Recursos Humanos
Gerente de Recursos Humanos
ΗΠΑ, υπάλληλος υπεύθυνος για ερωτήματα άλλων εργαζομένων
Director de resurse umane
Diretor(a) de Recursos Humanos
Gerente de Recursos Humanos
Ηνωμένο Βασίλειο, αρμόδιος για το ανθρώπινο δυναμικό
Şef de birou
Gerente de Escritório
Υπάλληλος υπεύθυνος για ένα συγκεκριμένο γραφείο
Secretar
Secretário(a)
Υπάλληλος υπεύθυνος για την εμπορική αλληλογραφία
Contabil şef
Contador(a)
Υπάλληλος υπεύθυνος για τα οικονομικά μιας επιχείρησης
Director tehnic
Diretor(a) Técnico(a)
Responsável Técnico(a)
Υπάλληλος υπεύθυνος για υπηρεσίες πληροφορικής και επικοινωνιών
Director de cercetare şi dezvoltare
Diretor(a) de Pesquisa e Desenvolvimento (P&D)-Brasil
Gerente de Pesquisa e Desenvolvimento (P&D)-Brasil
Diretor(a) de Investigação e Desenvolvimento (I&D)-Portugal
Gerente de Investigação e Desenvolvimento (I&D)-Portugal
Υπάλληλος υπεύθυνος για την ανάπτυξη νέων προϊόντων
Director de producţie
Diretor(a) de Produção
Gerente de Produção
Υπάλληλος υπεύθυνος για την παραγωγή των προϊόντων
Directorul de fabrică
Gerente de Fábrica
Υπάλληλος υπεύθυνος για τη λειτουργία του εργοστασίου, όπου ένα προϊόν κατασκευάζεται