Αγγλικά | Χρήσιμες εκφράσεις - Ακαδημαϊκός Λόγος | Συντομογραφίες

Συντομογραφίες - Ακαδημαϊκές Συντομογραφίες

Liitteet
app. (appendix)
Προσάρτημα βασικών εγγράφων σε ένα έργο
n. (noin)
approx. (approximately)
Καταχώρηση άγνωστης ποσότητας
Bibliografia
bibliog. (bibliography)
Κατάλογος πηγών που χρησιμοποιήθηκαν
n. (noin)
ca. (circa)
Υπολογισμός καθορισμένου ποσού
kpl (kappale)
ch. (chapter)
Ένα προσδιορισμένο τμήμα μιας εργασίας
Pylväs
col. (column)
Το κατακόρυφο τμήμα ενός πίνακα
Väitöskirja
diss. (dissertation)
Μια εργασία με συγκεκριμένο θέμα
toim. (toimittanut)
ed. (edited by)
Μετατροπή εργασίας από τρίτους
esim. (esimerkiksi)
e.g. (exempli gratia)
Ορισμός ενός παραδείγματος
erityisesti
esp. (especially)
Καταχώρηση ακριβότερου προσδιορισμού ενός στοιχείου
jne. (ja niin edelleen)
etc. (et cetera)
απαρίθμηση μιας άπειρης λίστας, η κυριολεκτική σημασία είναι "και ούτω καθεξής»
kaavio
fig. (figure)
Γραφική αναπαράσταση που συνοδεύει εργασία
eli
i.e. (id est)
Ανάπτυξη μιας ιδέας
mukaanlukien
incl. (including)
Προσθήκη στοιχείου σε μια λίστα
huom. (huomautus)
N.B. (nota bene)
Έκκληση προσοχής για ένα συγκεκριμένο σημείο
s. (sivu)
p. (page)
Κάθε σελίδα μιας εργασίας
sivut
pp. (pages)
Αριθμός σελίδων μιας εργασίας
esipuhe
pref. (preface)
Μια σύντομη παράγραφος που παρέχει το υπόβαθρο μιας μελέτης
julk. (julkaissut)
pub. (published by)
Ορισμός του εκδότη ενός έργου
muok. (muokannut)
rev. (revised by)
Χρησιμοποιείται όταν η εργασία έχει τροποποιηθεί ελαφρώς από κάποιον να γίνει πιο σχετική με το τρέχον κοινό
lisäpainos
rpt. (reprint)
Χρησιμοποιείται όταν η εργασία δεν είναι πρωτότυπη, αλλά άμεση αντιγραφή
kääntänyt
trans. (translated by)
Χρησιμοποιείται όταν μια εργασία μεταφράστηκε σε άλλη γλώσσα
vol. (volyymi)
vol. (volume)
Περιγραφή ενός συγκεκριμένου τμήματος μιας εργασίας