Ελληνικά | Χρήσιμες εκφράσεις - Ακαδημαϊκός Λόγος | Συντομογραφίες

Συντομογραφίες - Ακαδημαϊκές Συντομογραφίες

부록
παρ. (παράρτημα)
Προσάρτημα βασικών εγγράφων σε ένα έργο
대략
περ. (κατά προσέγγιση)
Καταχώρηση άγνωστης ποσότητας
참고 문헌 목록
Βιβλιο. (Βιβλιογραφία)
Κατάλογος πηγών που χρησιμοποιήθηκαν
대략
περ. (περίπου)
Υπολογισμός καθορισμένου ποσού
제 (숫자 ex. 1) 장
κεφ. (κεφάλαιο)
Ένα προσδιορισμένο τμήμα μιας εργασίας
세로줄
στήλη
Το κατακόρυφο τμήμα ενός πίνακα
논문
διατριβή
Μια εργασία με συγκεκριμένο θέμα
편집
επιμ. (επιμέλεια)
Μετατροπή εργασίας από τρίτους
예,
π.χ. (παραδείγματος χάριν)
Ορισμός ενός παραδείγματος
특히,
ειδ. (ειδικά)
Καταχώρηση ακριβότερου προσδιορισμού ενός στοιχείου
등...
κτλ. (και τα λοιπά)
απαρίθμηση μιας άπειρης λίστας, η κυριολεκτική σημασία είναι "και ούτω καθεξής»
Σχ. (Σχήμα)
Γραφική αναπαράσταση που συνοδεύει εργασία
즉,
δηλαδή,...
Ανάπτυξη μιας ιδέας
... 포함
συμπερ. (συμπεριλαμβανομένου)
Προσθήκη στοιχείου σε μια λίστα
주의
σημ. (σημείωση)
Έκκληση προσοχής για ένα συγκεκριμένο σημείο
p.
σελ. (σελίδα)
Κάθε σελίδα μιας εργασίας
pp.
σελ. (σελίδες)
Αριθμός σελίδων μιας εργασίας
서두
Προτ. (πρόλογος)
Μια σύντομη παράγραφος που παρέχει το υπόβαθρο μιας μελέτης
(홍길동) 지음
δημοσιεύθηκε από
Ορισμός του εκδότη ενός έργου
(홍길동) 개정
αναθ. (αναθεωρήθηκε από)
Χρησιμοποιείται όταν η εργασία έχει τροποποιηθεί ελαφρώς από κάποιον να γίνει πιο σχετική με το τρέχον κοινό
재판본
ανατύπωση
Χρησιμοποιείται όταν η εργασία δεν είναι πρωτότυπη, αλλά άμεση αντιγραφή
(홍길동) 번역
μεταφράστηκε από
Χρησιμοποιείται όταν μια εργασία μεταφράστηκε σε άλλη γλώσσα
제 (몇) 판
τομ. (τόμος)
Περιγραφή ενός συγκεκριμένου τμήματος μιας εργασίας