Γερμανικά | Χρήσιμες εκφράσεις - Ακαδημαϊκός Λόγος | Συντομογραφίες

Συντομογραφίες - Ακαδημαϊκές Συντομογραφίες

부록
Ah. (Anhang)
Προσάρτημα βασικών εγγράφων σε ένα έργο
대략
ugf. (ungefähr)
Καταχώρηση άγνωστης ποσότητας
참고 문헌 목록
Lit.-Verz. (Literaturverzeichnis)
Κατάλογος πηγών που χρησιμοποιήθηκαν
대략
ca. (circa)
Υπολογισμός καθορισμένου ποσού
제 (숫자 ex. 1) 장
K. (Kapitel)
Ένα προσδιορισμένο τμήμα μιας εργασίας
세로줄
Spalte
Το κατακόρυφο τμήμα ενός πίνακα
논문
Diss. (Dissertation)
Μια εργασία με συγκεκριμένο θέμα
편집
bearb. (bearbeitet von)
Μετατροπή εργασίας από τρίτους
예,
z.B. (zum Beispiel)
Ορισμός ενός παραδείγματος
특히,
bes. (besonders)
Καταχώρηση ακριβότερου προσδιορισμού ενός στοιχείου
등...
usw. (und so weiter)
απαρίθμηση μιας άπειρης λίστας, η κυριολεκτική σημασία είναι "και ούτω καθεξής»
Abb. (Abbildung)
Γραφική αναπαράσταση που συνοδεύει εργασία
즉,
d.h. (das heißt)
Ανάπτυξη μιας ιδέας
... 포함
inkl. (inklusive)
Προσθήκη στοιχείου σε μια λίστα
주의
N.B. (nota bene)
Έκκληση προσοχής για ένα συγκεκριμένο σημείο
p.
S. (Seite)
Κάθε σελίδα μιας εργασίας
pp.
S. (Seiten)
Αριθμός σελίδων μιας εργασίας
서두
Vorw. (Vorwort)
Μια σύντομη παράγραφος που παρέχει το υπόβαθρο μιας μελέτης
(홍길동) 지음
hg. (herausgegeben von)
Ορισμός του εκδότη ενός έργου
(홍길동) 개정
geä. (geändert)
Χρησιμοποιείται όταν η εργασία έχει τροποποιηθεί ελαφρώς από κάποιον να γίνει πιο σχετική με το τρέχον κοινό
재판본
Nachdr. (Nachdruck)
Χρησιμοποιείται όταν η εργασία δεν είναι πρωτότυπη, αλλά άμεση αντιγραφή
(홍길동) 번역
übersetzt von
Χρησιμοποιείται όταν μια εργασία μεταφράστηκε σε άλλη γλώσσα
제 (몇) 판
Jg. (Jahrgang)
Περιγραφή ενός συγκεκριμένου τμήματος μιας εργασίας