Γαλλικά | Χρήσιμες εκφράσεις - Ακαδημαϊκός Λόγος | Συντομογραφίες

Συντομογραφίες - Ακαδημαϊκές Συντομογραφίες

ap. (apendico)
annexe
Προσάρτημα βασικών εγγράφων σε ένα έργο
proks. (proksimume)
approx. (approximativement)
Καταχώρηση άγνωστης ποσότητας
bibliog. (bibliografio)
biblio. (bibliographie)
Κατάλογος πηγών που χρησιμοποιήθηκαν
ĉi. (ĉirkaŭ)
env. (environ)
Υπολογισμός καθορισμένου ποσού
ĉa. (ĉapitro)
ch. (chapitre)
Ένα προσδιορισμένο τμήμα μιας εργασίας
kol. (kolono)
col. (colonne)
Το κατακόρυφο τμήμα ενός πίνακα
dis. (disertacio)
diss. (dissertation)
Μια εργασία με συγκεκριμένο θέμα
ed. (eldonita de)
éd. (édition)
Μετατροπή εργασίας από τρίτους
ekz. (ekzemplo)
ex. (exemple)
Ορισμός ενός παραδείγματος
prec. (precipe)
spéc. (spécialement)
Καταχώρηση ακριβότερου προσδιορισμού ενός στοιχείου
ktp. (kaj tiel plu)
etc. (et cetera)
απαρίθμηση μιας άπειρης λίστας, η κυριολεκτική σημασία είναι "και ούτω καθεξής»
fig. (figuro)
fig. (figure)
Γραφική αναπαράσταση που συνοδεύει εργασία
t.e. (tio estas)
c.-à-d. (c'est-à-dire)
Ανάπτυξη μιας ιδέας
ink. (inkluzive)
incl. (incluant)
Προσθήκη στοιχείου σε μια λίστα
N.B. (notu bene)
N.B. (nota bene)
Έκκληση προσοχής για ένα συγκεκριμένο σημείο
p. (paĝo)
p. (page)
Κάθε σελίδα μιας εργασίας
pj. (paĝoj)
pp. (pages)
Αριθμός σελίδων μιας εργασίας
pref. (prefaco)
préf. (préface)
Μια σύντομη παράγραφος που παρέχει το υπόβαθρο μιας μελέτης
eld. (eldonita de)
éd. (édité par)
Ορισμός του εκδότη ενός έργου
rev. (reviziita de)
rev. (revu par)
Χρησιμοποιείται όταν η εργασία έχει τροποποιηθεί ελαφρώς από κάποιον να γίνει πιο σχετική με το τρέχον κοινό
rep. (represo)
réimp. (réimpression)
Χρησιμοποιείται όταν η εργασία δεν είναι πρωτότυπη, αλλά άμεση αντιγραφή
trad. (tradukita de)
trad. (traduit par)
Χρησιμοποιείται όταν μια εργασία μεταφράστηκε σε άλλη γλώσσα
vol. (volumo)
vol. (volume)
Περιγραφή ενός συγκεκριμένου τμήματος μιας εργασίας