Φινλανδικά | Χρήσιμες εκφράσεις - Ακαδημαϊκός Λόγος | Συντομογραφίες

Συντομογραφίες - Ακαδημαϊκές Συντομογραφίες

παρ. (παράρτημα)
Liitteet
Προσάρτημα βασικών εγγράφων σε ένα έργο
περ. (κατά προσέγγιση)
n. (noin)
Καταχώρηση άγνωστης ποσότητας
Βιβλιο. (Βιβλιογραφία)
Bibliografia
Κατάλογος πηγών που χρησιμοποιήθηκαν
περ. (περίπου)
n. (noin)
Υπολογισμός καθορισμένου ποσού
κεφ. (κεφάλαιο)
kpl (kappale)
Ένα προσδιορισμένο τμήμα μιας εργασίας
στήλη
Pylväs
Το κατακόρυφο τμήμα ενός πίνακα
διατριβή
Väitöskirja
Μια εργασία με συγκεκριμένο θέμα
επιμ. (επιμέλεια)
toim. (toimittanut)
Μετατροπή εργασίας από τρίτους
π.χ. (παραδείγματος χάριν)
esim. (esimerkiksi)
Ορισμός ενός παραδείγματος
ειδ. (ειδικά)
erityisesti
Καταχώρηση ακριβότερου προσδιορισμού ενός στοιχείου
κτλ. (και τα λοιπά)
jne. (ja niin edelleen)
απαρίθμηση μιας άπειρης λίστας, η κυριολεκτική σημασία είναι "και ούτω καθεξής»
Σχ. (Σχήμα)
kaavio
Γραφική αναπαράσταση που συνοδεύει εργασία
δηλαδή,...
eli
Ανάπτυξη μιας ιδέας
συμπερ. (συμπεριλαμβανομένου)
mukaanlukien
Προσθήκη στοιχείου σε μια λίστα
σημ. (σημείωση)
huom. (huomautus)
Έκκληση προσοχής για ένα συγκεκριμένο σημείο
σελ. (σελίδα)
s. (sivu)
Κάθε σελίδα μιας εργασίας
σελ. (σελίδες)
sivut
Αριθμός σελίδων μιας εργασίας
Προτ. (πρόλογος)
esipuhe
Μια σύντομη παράγραφος που παρέχει το υπόβαθρο μιας μελέτης
δημοσιεύθηκε από
julk. (julkaissut)
Ορισμός του εκδότη ενός έργου
αναθ. (αναθεωρήθηκε από)
muok. (muokannut)
Χρησιμοποιείται όταν η εργασία έχει τροποποιηθεί ελαφρώς από κάποιον να γίνει πιο σχετική με το τρέχον κοινό
ανατύπωση
lisäpainos
Χρησιμοποιείται όταν η εργασία δεν είναι πρωτότυπη, αλλά άμεση αντιγραφή
μεταφράστηκε από
kääntänyt
Χρησιμοποιείται όταν μια εργασία μεταφράστηκε σε άλλη γλώσσα
τομ. (τόμος)
vol. (volyymi)
Περιγραφή ενός συγκεκριμένου τμήματος μιας εργασίας