Κορεατικά | Χρήσιμες εκφράσεις - Ακαδημαϊκός Λόγος | Συντομογραφίες

Συντομογραφίες - Ακαδημαϊκές Συντομογραφίες

παρ. (παράρτημα)
부록
Προσάρτημα βασικών εγγράφων σε ένα έργο
περ. (κατά προσέγγιση)
대략
Καταχώρηση άγνωστης ποσότητας
Βιβλιο. (Βιβλιογραφία)
참고 문헌 목록
Κατάλογος πηγών που χρησιμοποιήθηκαν
περ. (περίπου)
대략
Υπολογισμός καθορισμένου ποσού
κεφ. (κεφάλαιο)
제 (숫자 ex. 1) 장
Ένα προσδιορισμένο τμήμα μιας εργασίας
στήλη
세로줄
Το κατακόρυφο τμήμα ενός πίνακα
διατριβή
논문
Μια εργασία με συγκεκριμένο θέμα
επιμ. (επιμέλεια)
편집
Μετατροπή εργασίας από τρίτους
π.χ. (παραδείγματος χάριν)
예,
Ορισμός ενός παραδείγματος
ειδ. (ειδικά)
특히,
Καταχώρηση ακριβότερου προσδιορισμού ενός στοιχείου
κτλ. (και τα λοιπά)
등...
απαρίθμηση μιας άπειρης λίστας, η κυριολεκτική σημασία είναι "και ούτω καθεξής»
Σχ. (Σχήμα)
Γραφική αναπαράσταση που συνοδεύει εργασία
δηλαδή,...
즉,
Ανάπτυξη μιας ιδέας
συμπερ. (συμπεριλαμβανομένου)
... 포함
Προσθήκη στοιχείου σε μια λίστα
σημ. (σημείωση)
주의
Έκκληση προσοχής για ένα συγκεκριμένο σημείο
σελ. (σελίδα)
p.
Κάθε σελίδα μιας εργασίας
σελ. (σελίδες)
pp.
Αριθμός σελίδων μιας εργασίας
Προτ. (πρόλογος)
서두
Μια σύντομη παράγραφος που παρέχει το υπόβαθρο μιας μελέτης
δημοσιεύθηκε από
(홍길동) 지음
Ορισμός του εκδότη ενός έργου
αναθ. (αναθεωρήθηκε από)
(홍길동) 개정
Χρησιμοποιείται όταν η εργασία έχει τροποποιηθεί ελαφρώς από κάποιον να γίνει πιο σχετική με το τρέχον κοινό
ανατύπωση
재판본
Χρησιμοποιείται όταν η εργασία δεν είναι πρωτότυπη, αλλά άμεση αντιγραφή
μεταφράστηκε από
(홍길동) 번역
Χρησιμοποιείται όταν μια εργασία μεταφράστηκε σε άλλη γλώσσα
τομ. (τόμος)
제 (몇) 판
Περιγραφή ενός συγκεκριμένου τμήματος μιας εργασίας