Ιαπωνικά | Χρήσιμες εκφράσεις - Ακαδημαϊκός Λόγος | Συντομογραφίες

Συντομογραφίες - Ακαδημαϊκές Συντομογραφίες

παρ. (παράρτημα)
別表
Προσάρτημα βασικών εγγράφων σε ένα έργο
περ. (κατά προσέγγιση)
Καταχώρηση άγνωστης ποσότητας
Βιβλιο. (Βιβλιογραφία)
参考文献一覧
Κατάλογος πηγών που χρησιμοποιήθηκαν
περ. (περίπου)
およそ
Υπολογισμός καθορισμένου ποσού
κεφ. (κεφάλαιο)
Ένα προσδιορισμένο τμήμα μιας εργασίας
στήλη
Το κατακόρυφο τμήμα ενός πίνακα
διατριβή
学位論文
Μια εργασία με συγκεκριμένο θέμα
επιμ. (επιμέλεια)
編さん
Μετατροπή εργασίας από τρίτους
π.χ. (παραδείγματος χάριν)
Ορισμός ενός παραδείγματος
ειδ. (ειδικά)
特に
Καταχώρηση ακριβότερου προσδιορισμού ενός στοιχείου
κτλ. (και τα λοιπά)
etc.
απαρίθμηση μιας άπειρης λίστας, η κυριολεκτική σημασία είναι "και ούτω καθεξής»
Σχ. (Σχήμα)
Γραφική αναπαράσταση που συνοδεύει εργασία
δηλαδή,...
すなわち
Ανάπτυξη μιας ιδέας
συμπερ. (συμπεριλαμβανομένου)
含めて
Προσθήκη στοιχείου σε μια λίστα
σημ. (σημείωση)
注意
Έκκληση προσοχής για ένα συγκεκριμένο σημείο
σελ. (σελίδα)
p.(ページ)
Κάθε σελίδα μιας εργασίας
σελ. (σελίδες)
pp.(ページ 複数)
Αριθμός σελίδων μιας εργασίας
Προτ. (πρόλογος)
序論
Μια σύντομη παράγραφος που παρέχει το υπόβαθρο μιας μελέτης
δημοσιεύθηκε από
(人物名)出版
Ορισμός του εκδότη ενός έργου
αναθ. (αναθεωρήθηκε από)
(人物名)編
Χρησιμοποιείται όταν η εργασία έχει τροποποιηθεί ελαφρώς από κάποιον να γίνει πιο σχετική με το τρέχον κοινό
ανατύπωση
再版
Χρησιμοποιείται όταν η εργασία δεν είναι πρωτότυπη, αλλά άμεση αντιγραφή
μεταφράστηκε από
(人物名)訳
Χρησιμοποιείται όταν μια εργασία μεταφράστηκε σε άλλη γλώσσα
τομ. (τόμος)
Περιγραφή ενός συγκεκριμένου τμήματος μιας εργασίας