Ρωσικά | Χρήσιμες εκφράσεις - Ακαδημαϊκός Λόγος | Συντομογραφίες

Συντομογραφίες - Ακαδημαϊκές Συντομογραφίες

app. (appendix)
прил. (приложения)
Προσάρτημα βασικών εγγράφων σε ένα έργο
approx. (approximately)
прибл. (приблизительно)
Καταχώρηση άγνωστης ποσότητας
bibliog. (bibliography)
библ. (библиография)
Κατάλογος πηγών που χρησιμοποιήθηκαν
ca. (circa)
ca. (circa -ровно)
Υπολογισμός καθορισμένου ποσού
ch. (chapter)
гл. (глава)
Ένα προσδιορισμένο τμήμα μιας εργασίας
col. (column)
кол. (колонка)
Το κατακόρυφο τμήμα ενός πίνακα
diss. (dissertation)
дисс. (дисертация)
Μια εργασία με συγκεκριμένο θέμα
ed. (edited by)
ред. (редактор ...)
Μετατροπή εργασίας από τρίτους
e.g. (exempli gratia)
н/р (на пример)
Ορισμός ενός παραδείγματος
esp. (especially)
особенно (особенно)
Καταχώρηση ακριβότερου προσδιορισμού ενός στοιχείου
etc. (et cetera)
и т.д. (и так далее)
απαρίθμηση μιας άπειρης λίστας, η κυριολεκτική σημασία είναι "και ούτω καθεξής»
fig. (figure)
рис. (рисунок)
Γραφική αναπαράσταση που συνοδεύει εργασία
i.e. (id est)
т.е. (то есть)
Ανάπτυξη μιας ιδέας
incl. (including)
вкл. (включая)
Προσθήκη στοιχείου σε μια λίστα
N.B. (nota bene)
N.B. (nota bene)
Έκκληση προσοχής για ένα συγκεκριμένο σημείο
p. (page)
стр. (страница)
Κάθε σελίδα μιας εργασίας
pp. (pages)
стр-ы. (страницы)
Αριθμός σελίδων μιας εργασίας
pref. (preface)
прол. (пролог)
Μια σύντομη παράγραφος που παρέχει το υπόβαθρο μιας μελέτης
pub. (published by)
изд. (издательство)
Ορισμός του εκδότη ενός έργου
rev. (revised by)
ред. (просмотрено...)
Χρησιμοποιείται όταν η εργασία έχει τροποποιηθεί ελαφρώς από κάποιον να γίνει πιο σχετική με το τρέχον κοινό
rpt. (reprint)
обр. (в обработке...)
Χρησιμοποιείται όταν η εργασία δεν είναι πρωτότυπη, αλλά άμεση αντιγραφή
trans. (translated by)
trans. (перевод ...)
Χρησιμοποιείται όταν μια εργασία μεταφράστηκε σε άλλη γλώσσα
vol. (volume)
vol. (volume - ценность)
Περιγραφή ενός συγκεκριμένου τμήματος μιας εργασίας