ρωσική μετάφραση του όρου «surowo»

PL

«surowo» Ρωσικά μετάφραση

volume_up
surowo {επιρ.}

PL surowo
volume_up
{επίρρημα}

surowo
volume_up
накрепко {επιρ.} (строго)
surowo (επίσης: ściśle, srogo)
volume_up
строго [стро́го] {επιρ.}
surowo (επίσης: sarkastycznie)
volume_up
едко {επιρ.}
surowo (επίσης: bezwzględnie)
surowo
volume_up
сурово [суро́во] {επιρ.}

Συνώνυμα (πολωνικά) του όρου «surowo»:

surowo