ρωσική μετάφραση του όρου «cykać»

PL

«cykać» Ρωσικά μετάφραση

volume_up
cykać {μη.συν.ρ}

PL cykać
volume_up
[cykam|cykałbym] {μη συνοπτικό ρήμα}

cykać (επίσης: skrzeczeć, terkotać, trajkotać, świerkać)
volume_up
стрекотать [стрекота́ть] {μη.συν.ρ}

Συνώνυμα (πολωνικά) του όρου «cykać»:

cykać