γερμανική μετάφραση του όρου «zataczać»

PL

«zataczać» Γερμανικά μετάφραση

volume_up
zataczać {μη.συν.ρ}
PL

zataczać [zataczam|zataczałbym] {μη συνοπτικό ρήμα}

volume_up
1. "koło, łuk"
zataczać (επίσης: zatoczyć)
zataczać (επίσης: zatoczyć)

Συνώνυμα (πολωνικά) του όρου «zataczać»:

zataczać