αγγλική μετάφραση του όρου «wtopić»

PL

«wtopić» Αγγλικά μετάφραση

volume_up
wtopić {συν.ρ.}

PL wtopić
volume_up
{ρήμα}

1. γενικός

2. τεχνολογία

wtopić (επίσης: wtapiać)
wtopić (επίσης: wtapiać)

3. μεταφορικό

wtopić (επίσης: wtapiać)
wtopić (επίσης: wtapiać, tkać)