αγγλική μετάφραση του όρου «trymować»

PL

«trymować» Αγγλικά μετάφραση

volume_up
trymować {μη.συν.ρ}
EN
PL

trymować [trymuję|trymowałbym] {μη συνοπτικό ρήμα}

volume_up
1. ναυτικές επιστήμες
trymować (επίσης: strymować)