CN 失败
volume_up
[shībài] {ουσιαστικό}

失败 (επίσης: 丢失, 丧失, 伤亡, 减少)
volume_up
loss {ουσ.}
失败 (επίσης: 倒塌, 垮台, 崩溃, 虚脱)
volume_up
collapse {ουσ.}
失败 (επίσης: 坠毁, 坠落, 垮台, 爆裂声)
volume_up
crash {ουσ.}
失败 (επίσης: 倒塌, 分解, , 崩溃)
volume_up
breakdown {ουσ.}
失败 (επίσης: 不及格, 失灵, 失败者, 损坏)
volume_up
failure {ουσ.}
失败 (επίσης: 姑娘, 小姐, 过错, 逃脱)
volume_up
miss {ουσ.}
失败 (επίσης: 击败, 废除, 挫败, 战胜)
volume_up
defeat {ουσ.}
失败 (επίσης: 不及格, 失灵, 失败者, 故障)
volume_up
failure {ουσ.} [αμερ.]
失败 (επίσης: 搅打, )
volume_up
beating {ουσ.}
失败 (επίσης: 击败, 战胜)
volume_up
defeated {ουσ.}
失败 (επίσης: 不及格, 失灵, 失败者, 故障)
volume_up
failures {πληθ.αρ.} [αμερ.]
失败 (επίσης: 姑娘, 小姐, 过错, 避免)
volume_up
missed {ουσ.}
失败 (επίσης: 弱点, 缺点, 过失)
volume_up
failing {ουσ.}
失败 (επίσης: 砰然落下, 扑通落下, 拍击声)
volume_up
flop {ουσ.}
失败 (επίσης: 倒塌, 崩溃, 虚脱)
volume_up
collapses {ουσ.}
失败 (επίσης: 姑娘, 小姐, 过错, 避免)
volume_up
misses {πληθ.αρ.}
失败 (επίσης: 倒塌, 崩溃, 虚脱)
volume_up
collapsed {ουσ.}
失败 (επίσης: 冲刷)
volume_up
washout {ουσ.}
失败 (επίσης: 不及格)
volume_up
flunk {ουσ.}
失败 (επίσης: 三击未中出局)
volume_up
strikeout {ουσ.}
失败 (επίσης: 被浪打翻)
volume_up
wipeout {ουσ.}
失败
volume_up
a case of crabs {ουσ.} [ιδιωμ.]
失败 (επίσης: 破产)
volume_up
burst-up {ουσ.}

Παραδείγματα χρήσης του όρου «失败» στα αγγλικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.