αγγλική μετάφραση του όρου «spossessare»

IT

«spossessare» Αγγλικά μετάφραση

volume_up
spossessare {μεταβ.ρ.}

IT spossessare
volume_up
[spossesso|spossessato] {ρήμα}

1. νομική

spossessare (επίσης: espropriare)
volume_up
to disseize {μεταβ.ρ.}

Συνώνυμα (ιταλικά) του όρου «spossessare»:

spossessare