αγγλική μετάφραση του όρου «pendencia»

ES

«pendencia» Αγγλικά μετάφραση

ES pendencia
volume_up
{θηλυκό}

1. γενικός

pendencia (επίσης: combate, pelea, disputa, riña)
volume_up
fight {ουσ.}
pendencia (επίσης: disputa, riña, contienda, disgusto)
volume_up
quarrel {ουσ.}

2. "discusión"

pendencia (επίσης: argumento, argumentación, altercado, discusión)
volume_up
argument {ουσ.}

Συνώνυμα (ισπανικά) του όρου «pendencia»:

pendencia