ES machacarse
volume_up
{ρήμα}

1. "dedo", καθημερινός λόγος

machacarse (επίσης: aplastar, machacar, achuchar, compactar)
machacarse (επίσης: romper, estrellar, romperse, golpear)

2. "comida, bebida", Ισπανία, καθημερινός λόγος

machacarse (επίσης: embutirse, liquidar, pulirse, machacarse)
volume_up
to polish off {ρ.} [καθ.λόγος]
machacarse (επίσης: pulirse, meterse, despacharse, tragarse)
volume_up
to put away {ρ.} [καθ.λόγος]

3. "trabajo", Ισπανία, καθημερινός λόγος

machacarse (επίσης: embutirse, liquidar, pulirse, machacarse)
volume_up
to polish off {ρ.} [καθ.λόγος]

4. "dinero", Ισπανία, καθημερινός λόγος

machacarse (επίσης: liquidar, desparramar, farrearse, fumarse)
volume_up
to blow {ρ.} [καθ.λόγος]

Συνώνυμα (ισπανικά) του όρου «machacar»:

machacar

Αλλα λόγια