αγγλική μετάφραση του όρου «huevón»

ES

«huevón» Αγγλικά μετάφραση

volume_up
huevón {αρσ.}
volume_up
huevón {επιθ.}

ES huevón
volume_up
{αρσενικό}

1. γενικός

huevón (επίσης: pendeja, imbécil, pendejo, gilipollas)
volume_up
arsehole {ουσ.} [αγγλ.] [χυδαίο] (idiot)
huevón (επίσης: imbécil, huevona, pelotudo, pelotuda)
volume_up
asshole {ουσ.} [χυδαίο] (idiot)
huevón (επίσης: pendeja, boludo, idiota, imbécil)
volume_up
berk {ουσ.} [αγγλ.] [αργκό]
huevón (επίσης: pendeja, pendejo, gilipollas, huevona)
volume_up
dickhead {ουσ.} [χυδαίο]
huevón (επίσης: gilipollas, pendeja, imbécil, pendejo)
volume_up
gink {ουσ.} [αμερ.] [καθ.λόγος]
huevón (επίσης: pendeja, imbécil, pendejo, gilipollas)
volume_up
gobshite {ουσ.} [Ιρλ.] [χυδαίο]
huevón (επίσης: pendeja, idiota, pendejo, boludo)
volume_up
horse's ass {ουσ.} [αμερ.] [αργκό]
huevón (επίσης: pendeja, estúpido, memo, estúpida)
volume_up
jerk {ουσ.} [καθ.λόγος] (contemptible person)
huevón (επίσης: pendeja, pendejo, boludo, huevona)
volume_up
tit {ουσ.} [αγγλ.] [αργκό] (fool)
huevón (επίσης: boludo, huevona, boluda, gilipollas)
volume_up
twat {ουσ.} [χυδαίο] (stupid person)
huevón (επίσης: pendeja, imbécil, pendejo, huevona)
volume_up
twerp {ουσ.} [καθ.λόγος]
huevón (επίσης: pendeja, imbécil, pendejo, huevona)
volume_up
twirp {ουσ.} [καθ.λόγος]
huevón (επίσης: pendeja, gilipollas, huevona, pelotudo)
volume_up
wanker {ουσ.} [αγγλ.] [χυδαίο] (idiot)

2. Μεξικό, χυδαίο

huevón (επίσης: haragán, gandul, vago, flojo)
volume_up
lazybones {ουσ.} [καθ.λόγος]

3. Νότια Αμερική, χυδαίο

huevón (επίσης: gilipollas, boludo, pelotudo, pendejo)
volume_up
prick {ουσ.} (as insult)
huevón (επίσης: pendejo, gilipollas, pelotudo)
volume_up
schmuck {ουσ.} [αμερ.]

4. "holgazán", Μεξικό, χυδαίο

huevón
volume_up
lazy bum {ουσ.} [καθ.λόγος]

5. "imbécil", Νότια Αμερική, χυδαίο

huevón (επίσης: gilipollas, gil, jilipollas)
volume_up
prat {ουσ.} [αγγλ.] [αργκό]

6. "cachazudo", Ισπανία, χυδαίο

huevón (επίσης: tortuga, demorón, tardón, lerdo)
volume_up
slowcoach {ουσ.} [αγγλ.] [καθ.λόγος]
huevón (επίσης: tortuga, demorón, tardón, lerdo)
volume_up
slowpoke {ουσ.} [αμερ.] [καθ.λόγος]

Παραδείγματα χρήσης του όρου «huevón» στα αγγλικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.