αγγλική μετάφραση του όρου «enrejar»

ES

«enrejar» Αγγλικά μετάφραση

ES enrejar
volume_up
{ρήμα}

enrejar (επίσης: cercar, alambrar, blanquear)
enrejar

Συνώνυμα (ισπανικά) του όρου «enrejar»:

enrejar