αγγλική μετάφραση του όρου «encarnizarse»

ES

«encarnizarse» Αγγλικά μετάφραση

volume_up
encarnizarse {αυτοπ.ρ.}

ES encarnizarse
volume_up
{αυτοπαθές ρήμα}

encarnizarse (επίσης: enfurecer, ensañar, encarnizar, embravecerse)

Συνώνυμα (ισπανικά) του όρου «encarnizarse»:

encarnizarse