ES coso
volume_up
{αρσενικό}

1. "lugar cercado"

coso
volume_up
arena {ουσ.} [ιδιωμ.]
coso (επίσης: anexo, cercado, redil, encierro)
volume_up
enclosure {ουσ.}

2. "carcoma"

coso (επίσης: carcoma)

3. "cosa", καθημερινός λόγος

coso (επίσης: cosa, chisme, huarifaifa, guarifaifa)
volume_up
thingy {ουσ.} [καθ.λόγος]

4. Νότια Αμερική, καθημερινός λόγος

coso (επίσης: cuestión, chisme, vaina, chunche)
volume_up
dingus {ουσ.} [αμερ.] [καθ.λόγος]
coso (επίσης: cuestión, vaina)
volume_up
doodad {ουσ.} [αμερ.] [καθ.λόγος] (gadget)
coso (επίσης: cosa, chisme, vaina, chunche)
volume_up
thingamabob {ουσ.} (thing)
coso (επίσης: cosa, chunche, huarifaifa)
volume_up
thingamajig {ουσ.} [καθ.λόγος] (thing)
coso (επίσης: cosa, chisme, vaina)
volume_up
whatsit {ουσ.} [καθ.λόγος]

5. Βολιβία, καθημερινός λόγος

coso (επίσης: cosa, chisme, vaina, chunche)
volume_up
jigger {ουσ.} [αμερ.] (tool, gadget)

6. Νότιος Κώνος, καθημερινός λόγος

coso (επίσης: cuestión, chisme, vaina)
volume_up
job {ουσ.} [αργκό] (thing)
coso (επίσης: cuestión, chisme, vaina)
volume_up
whatnot {ουσ.} (unspecified object)

7. "tipo", Βολιβία, καθημερινός λόγος

coso (επίσης: idiota, imbécil, burro, puñetero)
volume_up
jerk {ουσ.} [καθ.λόγος]

8. "de marihuana", Κολομβία, αργό

coso
volume_up
joint {ουσ.} [αργκό]

Συνώνυμα (ισπανικά) του όρου «coser»:

coser

Αλλα λόγια