αγγλική μετάφραση του όρου «αντρίκειος»

EL

«αντρίκειος» Αγγλικά μετάφραση

EN
EL

αντρίκειος {αρσενικό επίθετο}

volume_up
1. καθημερινός λόγος
αντρίκειος
volume_up
manly {επιθ.} (behaviour)