αγγλική μετάφραση του όρου «ανακύπτω»

EL

«ανακύπτω» Αγγλικά μετάφραση

EL

ανακύπτω {ρήμα}

volume_up
ανακύπτω (επίσης: ξεφυτρώνω)
ανακύπτω
volume_up
to arise {ρ.} (start to exist, originate)