αγγλική μετάφραση του όρου «αμφισβητήσιμος»

EL

«αμφισβητήσιμος» Αγγλικά μετάφραση

EL

αμφισβητήσιμος {αρσενικό επίθετο}

volume_up
αμφισβητήσιμος
αμφισβητήσιμος
αμφισβητήσιμος (επίσης: αμφιλεγόμενος)
αμφισβητήσιμος