αγγλική μετάφραση του όρου «ακουστικός»

EL

«ακουστικός» Αγγλικά μετάφραση

EL

ακουστικός {αρσενικό επίθετο}

volume_up
1. γενικός
ακουστικός
ακουστικός
ακουστικός
2. "που έχει σχέση με το αυτί"
ακουστικός