αγγλική μετάφραση του όρου «αιφνιδιάζω»

EL

«αιφνιδιάζω» Αγγλικά μετάφραση

EL

αιφνιδιάζω {ρήμα}

volume_up
αιφνιδιάζω (επίσης: εκπλήσσω, ξαφνιάζω)
αιφνιδιάζω (επίσης: ξαφνιάζω)