αγγλική μετάφραση του όρου «αδικαιολόγητος»

EL

«αδικαιολόγητος» Αγγλικά μετάφραση

EL

αδικαιολόγητος {αρσενικό επίθετο}

volume_up
αδικαιολόγητος
αδικαιολόγητος (επίσης: απαράδεκτος)
αδικαιολόγητος (επίσης: απαράδεκτος)
αδικαιολόγητος
volume_up
unjustified {επιθ.} (inexcusable)