αγγλική μετάφραση του όρου «αδειούχος»

EL

«αδειούχος» Αγγλικά μετάφραση

EL

αδειούχος {αρσενικό}

volume_up
αδειούχος (επίσης: τουρίστας)
αδειούχος (επίσης: τουρίστας)
αδειούχος (επίσης: τουρίστας)