αγγλική μετάφραση του όρου «αδίκημα»

EL

«αδίκημα» Αγγλικά μετάφραση

EN
EL

αδίκημα {ουδέτερο}

volume_up
1. νομική
αδίκημα (επίσης: έγκλημα)
αδίκημα (επίσης: έγκλημα)
αδίκημα (επίσης: παράβαση, παρανομία)