EL

αγώνας {αρσενικό}

volume_up
1. γενικός
αγώνας (επίσης: μάχη, μάχη)
αγώνας (επίσης: πάλη)
αγώνας
Κάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους πιστεύουν ότι είναι ενίοτε αποδεκτό ο αγώνας αυτός να γίνει ένοπλος.
And some of these people believe that in that struggle, it is sometimes okay to take up arms.
2. αθλήματα
αγώνας
Here was a drag race.
3. μεταφορικό
αγώνας (επίσης: μάχη, μάχη)

Παραδείγματα χρήσης του όρου «αγώνας» στα αγγλικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους.

GreekΉταν ένας συναρπαστικός αγώνας και θα τον επαναλάμβανα και σήμερα, χωρίς να διστάσω ούτε λεπτό.
It was an exhilarating fight, and I'd repeat the fight today without a moment's hesitation.
GreekΤο 49% επιθυμεί να ενταθεί ο αγώνας κατά της φοροδιαφυγής
2.         49% said the fight against tax evasion needed to be stepped up
GreekΚάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους πιστεύουν ότι είναι ενίοτε αποδεκτό ο αγώνας αυτός να γίνει ένοπλος.
And some of these people believe that in that struggle, it is sometimes okay to take up arms.
GreekΟ αγώνας αρχίζει -- ησυχία.
GreekΕδώ ήταν ένα αγώνας ταχύτητας.