αγγλική μετάφραση του όρου «αγόρευση»

EL

«αγόρευση» Αγγλικά μετάφραση

EN
EL

αγόρευση {θηλυκό}

volume_up
αγόρευση (επίσης: ρητορεία)
αγόρευση
volume_up
speech {ουσ.} (oration)