EL

αγωγή {θηλυκό}

volume_up
1. νομική
αγωγή
volume_up
litigation {ουσ.} (lawsuit)
αγωγή
αγωγή
volume_up
action {ουσ.} (civil law)
EC action to establish liability
αγωγή
volume_up
suit {ουσ.} (lawsuit)
2. ιατρική
Δεν είναι ρεαλιστική η μακροχρόνια αγωγή για όλους στις φτωχότερες χώρες.
It's not realistic with lifelong treatment for everyone in the poorest countries.
αγωγή για εχινόκοκκο (πιστοποιητικό)
tapeworm treatment (certificate)

Παραδείγματα χρήσης του όρου «αγωγή» στα αγγλικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους.

GreekΔεν είναι ρεαλιστική η μακροχρόνια αγωγή για όλους στις φτωχότερες χώρες.
It's not realistic with lifelong treatment for everyone in the poorest countries.
Greek4:40 Την επόμενη μέρα ξεκίνησα με τη φαρμακευτική αγωγή και την ψυχοθεραπεία.
GreekΚαι καθώς ακολουθήσαμε αγωγή στα κύτταρα με αυτό το μόριο, παρατηρήσαμε κάτι πραγματικά εντυπωσιακό.
And as we treated these cells with this molecule, we observed something really striking.
Greekαγωγή για εχινόκοκκο (πιστοποιητικό)
Greekαγωγή αποζημίωσης ΕΚ