αγγλική μετάφραση του όρου «αγιασμένος»

EL

«αγιασμένος» Αγγλικά μετάφραση

volume_up
αγιασμένος {αρσ.επιθ.}
EL

αγιασμένος {αρσενικό επίθετο}

volume_up
αγιασμένος (επίσης: ιερός, καθαγιασμένος)