αγγλική μετάφραση του όρου «αγαπητικός»

EL

«αγαπητικός» Αγγλικά μετάφραση

EN
EL

αγαπητικός {αρσενικό}

volume_up
1. παλιομοδίτικο
αγαπητικός (επίσης: αγαπητικιά, εραστής, ερωμένη)
volume_up
lover {ουσ.} (sexual partner)