EL

ένταξη {θηλυκό}

volume_up
ένταξη (επίσης: ενσωμάτωση)
integration of migrants
ένταξη (επίσης: ενσωμάτωση, σύμπτυξη)
volume_up
incorporation {ουσ.} (assimilation)
ένταξη (επίσης: ενοποίηση, ενσωμάτωση)
volume_up
integration {ουσ.} (incorporation)
integration of migrants
ένταξη (επίσης: προσχώρηση)
volume_up
accession {ουσ.} (joining a treaty/union)

Παραδείγματα χρήσης του όρου «ένταξη» στα αγγλικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους.

Greekκοινωνική ένταξη των μεταναστών