EL

έκταση {θηλυκό}

volume_up
1. γενικός
έκταση (επίσης: γη)
volume_up
land {ουσ.} (any stretch of land)
έκταση (επίσης: περιφέρεια)
έκταση (επίσης: εμβέλεια)
volume_up
scope {ουσ.} (extent)
έκταση
έκταση (επίσης: περιοχή)
έκταση (επίσης: επιφάνεια)
έκταση (επίσης: μέγεθος)
volume_up
scale {ουσ.} (size or scope)
έκταση (επίσης: περιοχή)
volume_up
area {ουσ.} (particular geographic region)
γεωργική έκταση με περιβαλλοντικούς περιορισμούς
agricultural area with environmental restrictions
utilised agricultural area
έκταση (επίσης: έδαφος)
έκταση
2. μουσική
έκταση
έκταση (επίσης: εύρος)
volume_up
compass {ουσ.} (range of notes)

Παραδείγματα χρήσης του όρου «έκταση» στα αγγλικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους.

Greekγεωργική έκταση με περιβαλλοντικούς περιορισμούς
GreekΒλέπουμε τους ίδιους ανθρώπους συνεχώς αλλά αυτό συμβαίνει επειδή δεν εξερευνούμε όλη την έκταση της πόλης.
We see the same people over and over again, but that's because we're not really exploring the full depth and breadth of the city.
GreekΚαι αυτή η φάρμα είχε έκταση 500 στρέμματα.
Greekχρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση