EL

έκθεση {θηλυκό}

volume_up
έκθεση
volume_up
exhibition {ουσ.} (fair)
Ένα χρόνο μετά, η έκθεση παρουσιάστηκε μπροστά από το δημαρχείο του Παρισιού.
A year later, the exhibition was displayed in front of the city hall of Paris.
έκθεση (επίσης: επίδειξη)
έκθεση (επίσης: προβολή)
έκθεση
έκθεση (επίσης: επίδειξη)
volume_up
display {ουσ.} (exhibit)
Ένα χρόνο μετά, η έκθεση παρουσιάστηκε μπροστά από το δημαρχείο του Παρισιού.
A year later, the exhibition was displayed in front of the city hall of Paris.
έκθεση (επίσης: αναφορά)
έκθεση
volume_up
show {ουσ.} (exhibition)
έκθεση (επίσης: διαδήλωση, επίδειξη)
έκθεση
volume_up
exhibit {ουσ.} (exhibition)
Και διοργανώσαμε μία έκθεση με τις συμμετοχές μετά τον διαγωνισμό.
And we had an exhibit of work that followed that.
έκθεση (επίσης: δοκίμιο, πραγματεία)

Παραδείγματα χρήσης του όρου «έκθεση» στα αγγλικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους.

GreekΈνα χρόνο μετά, η έκθεση παρουσιάστηκε μπροστά από το δημαρχείο του Παρισιού.
A year later, the exhibition was displayed in front of the city hall of Paris.
GreekΚαι έκανα την πρώτη μου έκθεση στο δρόμο, δηλαδή μια γκαλερί στο πεζοδρόμιο.
GreekΚαι διοργανώσαμε μία έκθεση με τις συμμετοχές μετά τον διαγωνισμό.