EL

έδρα {θηλυκό}

volume_up
1. γενικός
έδρα
έδρα (επίσης: βάση)
volume_up
base {ουσ.} (headquarters)
We're based in San Francisco."
έδρα
volume_up
seat {ουσ.} (membership in a representative b)
seat of Community institution
2. νομική
έδρα

Παραδείγματα χρήσης του όρου «έδρα» στα αγγλικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους.

GreekΈχετε μια καμπάνια που στοχεύει ολόκληρη την Ελλάδα, αλλά η έδρα σας είναι σε μια διαφορετική χώρα.
You have a campaign that targets the entire country of Japan, but you're located in a different country.
GreekΈδρα μας είναι το Σαν Φρανσίσκο."
Greekέδρα θεσμικού οργάνου