έδαφος {αρσενικό}

έδαφος (επίσης: έκταση)

Παραδείγματα χρήσης του όρου «έδαφος» στα αγγλικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους.

GreekΤο έδαφος θα δυσκολευτεί περισσότερο να μας βοηθήσει να επιλύσουμε το πρόβλημα της πείνας.
It's going to make it harder for the land to help us solve the hunger problem.
GreekΌταν έφτασα εκεί, ο 70χρονος άνδρας ήταν ξαπλωμενός στο έδαφος κι αιμορραγούσε απ' τον λαιμό.
When I got there, the 70-year-old man was lying on the floor, blood was gushing out of his neck.
GreekΈχετε τον θόλο, έχετε τον υπόροφο, και έχετε το έδαφος του δάσους.
Now, all of these parts of the forest are made up of different plants, and different animals call them home.
GreekΈρχεται από το έδαφος με 130 οκτάνια.
Greekβρετανικό έδαφος Ινδικού Ωκεανού
Greekβρετανικό έδαφος Ανταρκτικής