EL

έγκλημα {ουδέτερο}

volume_up
1. γενικός
έγκλημα
Και μειώσαμε όλο το έγκλημα στην πόλη κατά 26 τοις εκατό.
And we reduced all crime in the city by 26 percent.
Crime did fall.
crime against humanity
2. νομική
έγκλημα (επίσης: αδίκημα)
έγκλημα (επίσης: αδίκημα)
Και μειώσαμε όλο το έγκλημα στην πόλη κατά 26 τοις εκατό.
And we reduced all crime in the city by 26 percent.
Crime did fall.
crime against humanity

Παραδείγματα χρήσης του όρου «έγκλημα» στα αγγλικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους.

GreekΚαι μειώσαμε όλο το έγκλημα στην πόλη κατά 26 τοις εκατό.
Greekέγκλημα κατά της ανθρωπότητας
Greekέγκλημα κατά της ιδιοκτησίας