EL

άσυλο {ουδέτερο}

volume_up
άσυλο
volume_up
hostel {ουσ.} (homeless)
άσυλο (επίσης: στέγη)
volume_up
shelter {ουσ.} (institution)
άσυλο (επίσης: καταφύγιο, προστασία)
άσυλο
άσυλο
Ήταν γνωστό ως το Άσυλο Μπρόντμορ για τους παράφρονες εγκληματίες.
It used to be known as the Broadmoor Asylum for the Criminally Insane.
Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο
European Asylum Support Office
άσυλο
volume_up
home {ουσ.} (institution)

Παραδείγματα χρήσης του όρου «άσυλο» στα αγγλικά

Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από εξωτερικές πηγές και μπορεί να είναι λανθασμένες. Η bab.la δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιεχόμενό τους.

GreekΉταν γνωστό ως το Άσυλο Μπρόντμορ για τους παράφρονες εγκληματίες.
GreekΕυρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο