τουρκική μετάφραση του όρου «hauen»

DE

«hauen» Τουρκικά μετάφραση

volume_up
hauen {μεταβ.ρ.}

DE hauen
volume_up
[hauend|gehauen; gehaut] {ρήμα}

hauen (επίσης: anschlagen, klopfen, schlagen, anstoßen)
hauen (επίσης: schleifen, behauen, anspitzen, schnitzeln)
hauen (επίσης: spalten, durchdringen, behauen, brechen)
hauen (επίσης: prügeln, klopfen, schlagen, verprügeln)

Συνώνυμα (γερμανικά) του όρου «hauen»:

hauen