ρωσική μετάφραση του όρου «wuchern»

DE

«wuchern» Ρωσικά μετάφραση

volume_up
wuchern {αμεταβ.ρ.}

DE wuchern
volume_up
[wuchernd|gewuchert] {αμετάβατο ρήμα}

wuchern (επίσης: sich ausbreiten, schnell wachsen)
volume_up
разрастаться [разраста́ться] {αυτοπ.ρ.}
wuchern (επίσης: sich ausbreiten, schnell wachsen)
volume_up
разрастись [разрасти́сь] {αυτοπ.ρ.}

Συνώνυμα (γερμανικά) του όρου «wuchern»:

wuchern