ρωσική μετάφραση του όρου «vorwerfen»

DE

«vorwerfen» Ρωσικά μετάφραση

volume_up
vorwerfen {μεταβ.ρ.}

DE vorwerfen
volume_up
[vorwerfend|vorgeworfen] {μεταβατικό ρήμα}

vorwerfen (επίσης: Vorwürfe machen)
volume_up
пенять [пеня́ть] {ρ.}
vorwerfen (επίσης: Vorwürfe machen)
vorwerfen (επίσης: Vorwürfe machen)
volume_up
попрекнуть [попрекну́ть] {ρ.}

Συνώνυμα (γερμανικά) του όρου «vorwerfen»:

vorwerfen