ρωσική μετάφραση του όρου «unverdrossen»

DE

«unverdrossen» Ρωσικά μετάφραση

DE

unverdrossen {επίθετο}

volume_up
unverdrossen (επίσης: beharrlich, rastlos, unermüdlich)
unverdrossen (επίσης: beständig, unermüdlich)
unverdrossen

Συνώνυμα (γερμανικά) του όρου «unverdrossen»:

unverdrossen