ρωσική μετάφραση του όρου «fortschreiten»

DE

«fortschreiten» Ρωσικά μετάφραση

volume_up
fortschreiten {αμεταβ.ρ.}

DE fortschreiten
volume_up
[fortschreitend|fortgeschritten] {αμετάβατο ρήμα}

fortschreiten (επίσης: aufstreben, sich entwickeln, Fortschritte machen)
volume_up
прогрессировать [прогрессировать] {ρ.}

Συνώνυμα (γερμανικά) του όρου «fortschreiten»:

fortschreiten