ρωσική μετάφραση του όρου «entschlossen»

DE

«entschlossen» Ρωσικά μετάφραση

DE entschlossen
volume_up
{επίθετο}

entschlossen (επίσης: schnell, operativ)
volume_up
оперативный [операти́вный] {αρσ.επιθ.}

Συνώνυμα (γερμανικά) του όρου «entschlossen»:

entschlossen